Όταν χτυπάμε το χέρι μας, καίμε το δάχτυλό μας ή νιώθουμε ένα τσίμπημα στο πόδι, έχουμε την εντύπωση ότι ο πόνος βρίσκεται ακριβώς στο σημείο όπου συνέβη κάτι. Στην πραγματικότητα, όμως, η αίσθηση του πόνου δημιουργείται από μια σύνθετη διαδικασία στην οποία ο εγκέφαλος έχει τον τελευταίο λόγο.
Στο σώμα υπάρχουν ειδικοί αισθητήρες, οι λεγόμενοι υποδοχείς του πόνου, που εντοπίζουν πιθανούς τραυματισμούς ή ερεθίσματα που μπορεί να προκαλέσουν βλάβη. Όταν ενεργοποιούνται, στέλνουν ηλεκτρικά σήματα μέσω των νεύρων προς τον νωτιαίο μυελό και στη συνέχεια προς τον εγκέφαλο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο πόνος «ταξιδεύει» από το δέρμα μέχρι τον εγκέφαλο σαν ένα αντικείμενο. Αυτό που μεταδίδεται είναι πληροφορίες σχετικά με το ερέθισμα.
Ο εγκέφαλος επεξεργάζεται αυτές τις πληροφορίες και τις συνδυάζει με όσα γνωρίζει για την κατάσταση. Έτσι καταλήγει στο συμπέρασμα ότι υπάρχει πιθανή απειλή και δημιουργεί την εμπειρία του πόνου. Για αυτόν τον λόγο, η ένταση ενός πόνου δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το πόσο σοβαρό είναι το ερέθισμα.
Παίζει ρόλο, για παράδειγμα, αν είμαστε φοβισμένοι, αγχωμένοι ή ιδιαίτερα συγκεντρωμένοι σε αυτό που αισθανόμαστε. Η προσοχή μπορεί να κάνει μια ενόχληση να φαίνεται εντονότερη, ενώ η απόσπαση της προσοχής μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να μειώσει το πόσο έντονα την αντιλαμβανόμαστε.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ένα μικρό κόψιμο που μπορεί να μην προσέξουμε αμέσως. Μερικές φορές συνεχίζουμε κανονικά τη δραστηριότητά μας και αντιλαμβανόμαστε τον πόνο λίγα λεπτά αργότερα, όταν πλέον κοιτάξουμε το σημείο. Το σώμα είχε ήδη στείλει τις σχετικές πληροφορίες, αλλά η προσοχή μας δεν ήταν στραμμένη εκεί.
Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις όπου ο εγκέφαλος μπορεί να εντοπίζει τον πόνο σε σημείο διαφορετικό από την πραγματική πηγή του. Αυτό συμβαίνει επειδή ορισμένα νεύρα μεταφέρουν πληροφορίες από περισσότερες περιοχές και ο εγκέφαλος δεν μπορεί πάντα να προσδιορίσει με απόλυτη ακρίβεια την προέλευση του σήματος.
Επομένως, ο πόνος δεν είναι απλώς ένα μήνυμα από ένα τραυματισμένο σημείο. Είναι το αποτέλεσμα μιας συνεχούς «συζήτησης» ανάμεσα στο σώμα, το νευρικό σύστημα και τον εγκέφαλο. Και αυτή η διαδικασία εξηγεί γιατί το ίδιο ερέθισμα μπορεί να γίνει αντιληπτό διαφορετικά από άνθρωπο σε άνθρωπο ή ακόμη και από τον ίδιο άνθρωπο σε διαφορετικές στιγμές.



