Η ώρα κατά την οποία καταναλώνουμε ένα γεύμα μπορεί να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η καθημερινή διατροφή. Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει μία συγκεκριμένη «σωστή» ώρα για όλους, αλλά ότι ο χρονισμός των γευμάτων αποτελεί έναν από τους παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τη διατροφική συμπεριφορά.
Ο οργανισμός διαθέτει το δικό του βιολογικό ρολόι, το οποίο επηρεάζει πολλές λειτουργίες, μεταξύ των οποίων και τον μεταβολισμό. Οι ορμόνες, η πέψη και η χρήση της ενέργειας δεν παραμένουν απολύτως ίδιες όλο το εικοσιτετράωρο.
Ένα μεγάλο γεύμα πολύ αργά το βράδυ μπορεί να είναι λιγότερο πρακτικό για ορισμένους ανθρώπους, ιδιαίτερα όταν ακολουθεί σύντομα η κατάκλιση. Η μεγάλη ποσότητα τροφής μπορεί να προκαλέσει αίσθημα βάρους ή να επιδεινώσει συμπτώματα παλινδρόμησης σε ανθρώπους που είναι επιρρεπείς σε αυτή.
Από την άλλη πλευρά, το να παραλείπει κάποιος συστηματικά γεύματα μόνο και μόνο επειδή θεωρεί ότι μια συγκεκριμένη ώρα «απαγορεύεται» δεν αποτελεί απαραίτητα καλύτερη επιλογή. Η συνολική ποιότητα της διατροφής, η ποσότητα που καταναλώνεται και οι προσωπικές ανάγκες έχουν μεγαλύτερη σημασία.
Η ώρα των γευμάτων μπορεί επίσης να επηρεάζει την πείνα μέσα στην ημέρα. Ένα πολύ μικρό ή καθυστερημένο γεύμα μπορεί να οδηγήσει ορισμένους ανθρώπους σε μεγαλύτερη κατανάλωση αργότερα.
Για αυτό έχει σημασία η συνέπεια. Ένα σχετικά σταθερό πρόγραμμα μπορεί να βοηθήσει κάποιον να οργανώνει καλύτερα τα γεύματά του και να αποφεύγει το συνεχές τσιμπολόγημα.
Δεν υπάρχει όμως ένας καθολικός κανόνας που να ορίζει ότι όλοι πρέπει να τρώνε ακριβώς τις ίδιες ώρες. Οι ανάγκες ενός ανθρώπου που εργάζεται νύχτα, ενός αθλητή και ενός ανθρώπου με σταθερό ημερήσιο πρόγραμμα είναι διαφορετικές.
Το σημαντικότερο είναι η ώρα των γευμάτων να εντάσσεται σε μια συνολικά ισορροπημένη διατροφή και να ταιριάζει στον τρόπο ζωής του κάθε ανθρώπου. Ο χρονισμός μπορεί να έχει σημασία, αλλά δεν αντικαθιστά την ποιότητα και την ποικιλία των τροφών.



