Η ατμοσφαιρική ρύπανση δεν είναι μόνο ένα περιβαλλοντικό πρόβλημα. Ο αέρας που αναπνέουμε μπορεί να περιέχει μικροσκοπικά σωματίδια και χημικές ουσίες που φτάνουν βαθιά στο αναπνευστικό σύστημα και, ιδιαίτερα όταν η έκθεση είναι συχνή ή παρατεταμένη, μπορούν να επηρεάσουν τη λειτουργία των πνευμόνων.
Ένας από τους σημαντικότερους ρύπους είναι τα αιωρούμενα σωματίδια, ιδιαίτερα τα PM2.5, τα οποία είναι τόσο μικρά ώστε μπορούν να εισχωρήσουν βαθιά στους αεραγωγούς και να φτάσουν στις κυψελίδες. Εκεί μπορούν να προκαλέσουν ερεθισμό και φλεγμονώδεις αντιδράσεις.
Η βραχυπρόθεσμη έκθεση σε αυξημένα επίπεδα ρύπανσης μπορεί να προκαλέσει βήχα, ερεθισμό στον λαιμό, συριγμό, δυσκολία στην αναπνοή ή αίσθημα πίεσης στο στήθος. Τα συμπτώματα μπορεί να είναι πιο έντονα σε ανθρώπους που ήδη έχουν άσθμα ή άλλες παθήσεις του αναπνευστικού.
Το όζον στο επίπεδο του εδάφους, που αποτελεί βασικό συστατικό της φωτοχημικής ρύπανσης, μπορεί επίσης να ερεθίσει τους αεραγωγούς. Η έκθεση σε υψηλές συγκεντρώσεις μπορεί να προκαλέσει φλεγμονή και να μειώσει προσωρινά την πνευμονική λειτουργία. Για αυτό η έντονη σωματική δραστηριότητα σε εξωτερικό χώρο μπορεί να γίνεται πιο δύσκολη όταν η ποιότητα του αέρα είναι κακή.
Η μακροχρόνια έκθεση σε ατμοσφαιρικούς ρύπους είναι πιο ανησυχητική. Η συνεχής φλεγμονή και ο ερεθισμός μπορούν να συμβάλουν στη σταδιακή μείωση της πνευμονικής λειτουργίας και συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ή επιδείνωσης χρόνιων αναπνευστικών παθήσεων.
Ιδιαίτερα ευάλωτα είναι τα παιδιά, επειδή οι πνεύμονές τους αναπτύσσονται ακόμη, αλλά και οι ηλικιωμένοι και οι άνθρωποι με άσθμα, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια ή άλλα προβλήματα υγείας. Στα παιδιά, η παρατεταμένη έκθεση σε ρύπανση έχει συσχετιστεί με επιπτώσεις στην ανάπτυξη και λειτουργία των πνευμόνων.
Η ρύπανση μπορεί επίσης να επιβαρύνει το αναπνευστικό σύστημα μέσω της εξασθένησης των φυσικών μηχανισμών άμυνας. Οι αεραγωγοί διαθέτουν βλέννα και μικροσκοπικές βλεφαρίδες που βοηθούν στην απομάκρυνση σωματιδίων και μικροοργανισμών. Η έκθεση σε ορισμένους ρύπους μπορεί να επηρεάσει αυτή τη διαδικασία, αφήνοντας το αναπνευστικό σύστημα περισσότερο εκτεθειμένο σε ερεθιστικούς παράγοντες.
Δεν είναι όμως όλοι οι ρύποι ίδιοι. Στην ατμόσφαιρα μπορεί να υπάρχουν διοξείδιο του αζώτου, όζον, μονοξείδιο του άνθρακα, διοξείδιο του θείου και διάφορα αιωρούμενα σωματίδια, με διαφορετικές επιδράσεις και πηγές. Η κυκλοφορία των οχημάτων, η βιομηχανία, η καύση καυσίμων και οι πυρκαγιές μπορούν να συμβάλλουν στην επιβάρυνση της ατμόσφαιρας.
Όταν η ποιότητα του αέρα είναι ιδιαίτερα κακή, η μείωση της έκθεσης μπορεί να βοηθήσει. Ο περιορισμός της έντονης άσκησης σε εξωτερικούς χώρους, η αποφυγή περιοχών με έντονη κυκλοφορία και η παρακολούθηση των επίσημων προειδοποιήσεων για την ποιότητα του αέρα είναι ορισμένα πρακτικά μέτρα.
Η ατμοσφαιρική ρύπανση, επομένως, μπορεί να επηρεάσει το αναπνευστικό από έναν προσωρινό ερεθισμό μέχρι μακροχρόνιες μεταβολές στη λειτουργία των πνευμόνων. Η επίδραση εξαρτάται από το είδος και τη συγκέντρωση των ρύπων, τη διάρκεια της έκθεσης και την ευαισθησία κάθε ανθρώπου.



