Το δέρμα δεν είναι ανεξάρτητο από όσα συμβαίνουν στον οργανισμό. Όταν βρισκόμαστε υπό έντονο ή παρατεταμένο στρες, ενεργοποιούνται ορμονικοί και νευρικοί μηχανισμοί που μπορούν να επηρεάσουν τη λειτουργία του δέρματος. Γι’ αυτό σε περιόδους πίεσης κάποιοι άνθρωποι παρατηρούν περισσότερη ακμή, ξηρότητα, ερεθισμό ή έξαρση ήδη υπαρχουσών δερματικών προβλημάτων.
Όταν το σώμα αντιλαμβάνεται στρες, ενεργοποιεί μεταξύ άλλων τον άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίων, με αποτέλεσμα την απελευθέρωση ορμονών όπως η κορτιζόλη. Πρόκειται για φυσιολογικό μηχανισμό που βοηθά τον οργανισμό να ανταποκριθεί σε μια απαιτητική κατάσταση. Όταν όμως το στρες παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα, η παρατεταμένη ενεργοποίηση αυτών των μηχανισμών μπορεί να επηρεάσει και το δέρμα.
Ένα από τα συχνότερα φαινόμενα είναι η επιδείνωση της ακμής. Το στρες μπορεί να επηρεάσει τη δραστηριότητα των σμηγματογόνων αδένων και τις φλεγμονώδεις διαδικασίες του δέρματος. Παράλληλα, σε περιόδους άγχους μπορεί να αγγίζουμε περισσότερο το πρόσωπό μας ή να πειράζουμε τα σπυράκια, κάτι που μπορεί να επιδεινώσει τις βλάβες.
Το στρες μπορεί επίσης να επηρεάσει τον δερματικό φραγμό, δηλαδή το προστατευτικό εξωτερικό στρώμα του δέρματος. Όταν η λειτουργία του διαταράσσεται, το δέρμα μπορεί να χάνει πιο εύκολα νερό και να γίνεται ξηρό, ευαίσθητο ή πιο επιρρεπές σε ερεθισμούς.
Σε ανθρώπους που έχουν ήδη ορισμένες δερματικές παθήσεις, το στρες μπορεί να λειτουργήσει ως εκλυτικός ή επιβαρυντικός παράγοντας. Για παράδειγμα, σε ορισμένα άτομα μπορεί να συνδέεται με εξάρσεις εκζέματος, ψωρίασης ή κνίδωσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι το στρες είναι η μοναδική αιτία αυτών των παθήσεων, αλλά ότι μπορεί να επηρεάζει την έντασή τους.
Υπάρχει επίσης ένας έμμεσος μηχανισμός. Όταν κάποιος βρίσκεται υπό πίεση, συχνά κοιμάται λιγότερο, τρέφεται διαφορετικά ή παραμελεί τη φροντίδα του δέρματος. Η έλλειψη ύπνου, για παράδειγμα, μπορεί να κάνει το πρόσωπο να φαίνεται πιο κουρασμένο και να επηρεάσει την αποκατάσταση του δέρματος.
Το στρες μπορεί ακόμη να επηρεάσει τον κύκλο ανάπτυξης των μαλλιών. Σε ορισμένες περιπτώσεις έντονου ή παρατεταμένου στρες, περισσότερες τρίχες μπορεί να περάσουν πρόωρα στη φάση κατά την οποία πέφτουν. Η τριχόπτωση αυτού του τύπου συνήθως εμφανίζεται με καθυστέρηση εβδομάδων ή μηνών μετά το γεγονός που την προκάλεσε.
Η διαχείριση του στρες δεν αποτελεί θεραπεία για κάθε δερματικό πρόβλημα, μπορεί όμως να λειτουργήσει υποστηρικτικά. Επαρκής ύπνος, τακτική σωματική δραστηριότητα, ισορροπημένη διατροφή και χρόνος για χαλάρωση μπορούν να βοηθήσουν τόσο τη γενικότερη υγεία όσο και την κατάσταση του δέρματος.
Αν μια δερματική αλλαγή επιμένει, επιδεινώνεται ή εμφανίζεται χωρίς προφανή αιτία, δεν θα πρέπει να αποδίδεται αυτόματα στο στρες. Ένας δερματολόγος μπορεί να εντοπίσει την πραγματική αιτία και να προτείνει την κατάλληλη αντιμετώπιση.
Με λίγα λόγια, το στρες μπορεί να επηρεάσει το δέρμα τόσο άμεσα, μέσω ορμονικών και φλεγμονωδών μηχανισμών, όσο και έμμεσα, μέσω των αλλαγών στον ύπνο και στις καθημερινές συνήθειες. Γι’ αυτό και η κατάσταση του δέρματος συχνά μεταβάλλεται σε περιόδους έντονης ψυχολογικής πίεσης.



