Η όσφρηση είναι μία από τις πιο σύνθετες αισθήσεις μας και μας επιτρέπει να αναγνωρίζουμε χιλιάδες διαφορετικές μυρωδιές. Παράλληλα, συνδέεται στενά με τη γεύση, τη μνήμη και τα συναισθήματα. Όταν όμως κρυολογούμε, μπορεί ξαφνικά να διαπιστώσουμε ότι τα φαγητά δεν έχουν την ίδια γεύση ή ότι δεν μπορούμε να μυρίσουμε σχεδόν τίποτα. Συνήθως αυτό συμβαίνει προσωρινά και σχετίζεται κυρίως με τις αλλαγές που προκαλεί η φλεγμονή στη μύτη.
Για να αντιληφθούμε μια μυρωδιά, τα μόρια των οσμηρών ουσιών πρέπει πρώτα να φτάσουν στο ανώτερο τμήμα της ρινικής κοιλότητας. Εκεί βρίσκεται το οσφρητικό επιθήλιο, μια περιοχή που περιέχει εξειδικευμένα νευρικά κύτταρα. Τα μόρια των οσμών συνδέονται με υποδοχείς πάνω σε αυτά τα κύτταρα και προκαλούν ηλεκτρικά σήματα.
Τα σήματα μεταφέρονται μέσω του οσφρητικού νεύρου στον εγκέφαλο. Εκεί επεξεργάζονται και αναγνωρίζονται ως συγκεκριμένες μυρωδιές. Επειδή η περιοχή της όσφρησης συνδέεται στενά με τμήματα του εγκεφάλου που σχετίζονται με τη μνήμη και τα συναισθήματα, μια μυρωδιά μπορεί να μας θυμίσει πολύ έντονα ένα πρόσωπο, έναν χώρο ή ένα γεγονός από το παρελθόν.
Όταν κρυολογούμε, η κατάσταση αλλάζει. Οι ιοί που προκαλούν το κοινό κρυολόγημα μπορούν να προκαλέσουν φλεγμονή και πρήξιμο του ρινικού βλεννογόνου, ενώ παράλληλα αυξάνεται η παραγωγή βλέννας. Η μύτη βουλώνει και ο αέρας δεν κυκλοφορεί φυσιολογικά προς την περιοχή όπου βρίσκονται οι οσφρητικοί υποδοχείς.
Έτσι, πολλά μόρια οσμών δεν φτάνουν αποτελεσματικά στους υποδοχείς και η όσφρηση μειώνεται. Αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους ένα κρυολόγημα μπορεί να κάνει τα τρόφιμα να φαίνονται άνοστα. Στην πραγματικότητα, μεγάλο μέρος αυτού που αντιλαμβανόμαστε ως «γεύση» προέρχεται από την όσφρηση, ιδιαίτερα όταν οι αρωματικές ουσίες των τροφών φτάνουν στη μύτη από το πίσω μέρος του στόματος κατά τη μάσηση και την κατάποση.
Η απώλεια της όσφρησης κατά τη διάρκεια ενός κρυολογήματος είναι συνήθως προσωρινή. Καθώς μειώνεται η φλεγμονή και αποκαθίσταται η φυσιολογική ροή του αέρα μέσα στη μύτη, οι οσμές μπορούν και πάλι να φτάσουν στους υποδοχείς και η όσφρηση επανέρχεται.
Δεν προκαλούν όμως όλες οι λοιμώξεις την ίδια απώλεια όσφρησης. Σε ορισμένες ιογενείς λοιμώξεις, η διαταραχή μπορεί να είναι πιο έντονη και να οφείλεται όχι μόνο στη ρινική συμφόρηση αλλά και σε επιδράσεις στο ίδιο το οσφρητικό σύστημα.
Αν η απώλεια της όσφρησης επιμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την υποχώρηση του κρυολογήματος, εμφανιστεί χωρίς προφανή αιτία ή συνοδεύεται από άλλα συμπτώματα, είναι καλό να αξιολογηθεί από γιατρό ή ωτορινολαρυγγολόγο.
Έτσι, η όσφρηση λειτουργεί σαν ένα εξαιρετικά ευαίσθητο σύστημα ανίχνευσης: μόρια των οσμών → υποδοχείς στη μύτη → νευρικά σήματα → εγκέφαλος. Όταν είμαστε κρυωμένοι, η συμφόρηση και η φλεγμονή συχνά εμποδίζουν αυτή τη διαδικασία, γι’ αυτό και ο κόσμος γύρω μας μπορεί ξαφνικά να φαίνεται… πολύ λιγότερο μυρωδάτος.



