Μια βαθιά ανάσα είναι κάτι που κάνουμε συχνά ασυναίσθητα, αλλά απαιτεί τη συνεργασία πολλών μυών και δομών του αναπνευστικού συστήματος. Σε σύγκριση με μια συνηθισμένη, ήρεμη αναπνοή, η βαθιά εισπνοή επιτρέπει σε μεγαλύτερη ποσότητα αέρα να φτάσει στους πνεύμονες.
Ο βασικός μυς της αναπνοής είναι το διάφραγμα, ένας μεγάλος μυς που βρίσκεται κάτω από τους πνεύμονες. Όταν παίρνουμε μια βαθιά ανάσα, το διάφραγμα συσπάται και κινείται προς τα κάτω. Παράλληλα, ενεργοποιούνται περισσότερο και οι μύες ανάμεσα στα πλευρά, με αποτέλεσμα ο θώρακας να διευρύνεται.
Η αύξηση του χώρου μέσα στον θώρακα μειώνει την πίεση στο εσωτερικό των πνευμόνων. Έτσι, ο αέρας εισέρχεται και οι πνεύμονες διαστέλλονται περισσότερο από ό,τι σε μια φυσιολογική, ρηχή αναπνοή.
Κατά τη βαθιά εισπνοή, ο αέρας φτάνει σε μεγαλύτερο βαθμό μέχρι τις κυψελίδες, τους μικροσκοπικούς αεροφόρους σάκους όπου γίνεται η ανταλλαγή αερίων. Εκεί, το οξυγόνο περνά από τον αέρα στο αίμα, ενώ το διοξείδιο του άνθρακα μεταφέρεται από το αίμα προς τις κυψελίδες για να αποβληθεί με την εκπνοή.
Μια βαθιά ανάσα μπορεί επίσης να βοηθήσει στο άνοιγμα περιοχών των πνευμόνων που αερίζονται λιγότερο, ιδιαίτερα μετά από παρατεταμένη ακινησία ή πολύ ρηχή αναπνοή. Η μεγαλύτερη διάταση των πνευμονικών ιστών συμβάλλει στη διατήρηση της καλής λειτουργίας των μικρών αεραγωγών και των κυψελίδων.
Στη συνέχεια ακολουθεί η εκπνοή. Σε κατάσταση ηρεμίας, οι πνεύμονες και ο θώρακας επανέρχονται σε μεγάλο βαθμό παθητικά στη φυσιολογική τους θέση, χάρη στην ελαστικότητα των ιστών. Ο αέρας που περιέχει περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα απομακρύνεται και ο κύκλος της αναπνοής συνεχίζεται.
Η βαθιά αναπνοή μπορεί να επηρεάσει και το νευρικό σύστημα, ιδιαίτερα όταν γίνεται αργά και ελεγχόμενα. Οι αργές, βαθιές αναπνοές συχνά συνδέονται με μείωση της αίσθησης έντασης και μπορούν να συμβάλουν στη χαλάρωση, αν και δεν αποτελούν θεραπεία για το χρόνιο στρες ή τις αγχώδεις διαταραχές.
Είναι επίσης φυσιολογικό να νιώσουμε στιγμιαία μια αίσθηση «γεμίσματος» στο στήθος όταν πάρουμε μια πολύ βαθιά ανάσα. Αν όμως η βαθιά εισπνοή προκαλεί συστηματικά πόνο, έντονη δύσπνοια, συριγμό ή αδυναμία να γεμίσουμε τους πνεύμονες με αέρα, χρειάζεται ιατρική αξιολόγηση.
Με λίγα λόγια, όταν παίρνουμε βαθιά ανάσα, το διάφραγμα και οι μύες του θώρακα διευρύνουν τον χώρο για τους πνεύμονες, επιτρέποντας την είσοδο περισσότερου αέρα και τη συμμετοχή μεγαλύτερου μέρους του πνευμονικού ιστού στην ανταλλαγή οξυγόνου και διοξειδίου του άνθρακα.



