Μπορούμε να κόψουμε τα νύχια μας χωρίς να αισθανθούμε πόνο, ακόμη και αν χρησιμοποιήσουμε ψαλιδάκι ή νυχοκόπτη πολύ κοντά στην άκρη τους. Αυτό συμβαίνει επειδή το τμήμα του νυχιού που κόβουμε αποτελείται κυρίως από κύτταρα που έχουν ήδη χάσει τον πυρήνα τους και δεν διαθέτουν νεύρα.
Το νύχι αποτελείται κυρίως από μια σκληρή πρωτεΐνη που ονομάζεται κερατίνη. Η ορατή πλάκα του νυχιού δημιουργείται από κύτταρα που παράγονται στη βάση του, στην περιοχή που ονομάζεται μήτρα του νυχιού. Καθώς αυτά τα κύτταρα μετακινούνται προς τα έξω, υφίστανται αλλαγές και σχηματίζουν τη σκληρή πλάκα που γνωρίζουμε ως νύχι.
Η ίδια η πλάκα δεν διαθέτει νευρικές απολήξεις που να μεταδίδουν πόνο. Γι’ αυτό μπορούμε να την κόψουμε χωρίς να τραυματίζουμε νευρικό ιστό.
Η κατάσταση αλλάζει όμως αν κόψουμε υπερβολικά βαθιά. Κάτω και γύρω από την πλάκα του νυχιού υπάρχουν ζωντανοί ιστοί με νεύρα και αιμοφόρα αγγεία. Η περιοχή ακριβώς κάτω από το νύχι, γνωστή ως κοίτη του νυχιού, είναι πολύ πιο ευαίσθητη.
Αυτό εξηγεί γιατί ένα χτύπημα στο νύχι μπορεί να είναι ιδιαίτερα επώδυνο, παρότι το ίδιο το νύχι δεν «αισθάνεται» πόνο. Η δύναμη μπορεί να μεταφερθεί στους ευαίσθητους ιστούς που βρίσκονται από κάτω.
Η ανάπτυξη των νυχιών συνεχίζεται συνεχώς, καθώς νέα κύτταρα δημιουργούνται στη μήτρα και ωθούν σταδιακά την παλαιότερη πλάκα προς την άκρη του δαχτύλου. Ο ρυθμός ανάπτυξης διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο και μπορεί να επηρεάζεται από την ηλικία, την εποχή και άλλους παράγοντες.
Γι’ αυτό, όταν κόβουμε τα νύχια, ουσιαστικά αφαιρούμε ένα τμήμα από μια σκληρή δομή που αποτελείται κυρίως από κερατινοποιημένα κύτταρα. Ο πόνος εμφανίζεται μόνο όταν η διαδικασία φτάσει στους ζωντανούς ιστούς που βρίσκονται βαθύτερα.
Έτσι εξηγείται ένα καθημερινό φαινόμενο που μοιάζει αυτονόητο: το νύχι μεγαλώνει, μπορεί να σπάσει ή να κοπεί, αλλά η ίδια η πλάκα δεν διαθέτει την αίσθηση του πόνου που έχουμε στο δέρμα.



