Γιατί το φαγητό μερικές φορές μας φαίνεται άνοστο όταν έχουμε βουλωμένη μύτη

Όταν έχουμε έντονο μπούκωμα, μπορεί ξαφνικά να αισθανόμαστε ότι το φαγητό δεν έχει σχεδόν καθόλου γεύση. Αυτό είναι ιδιαίτερα συνηθισμένο κατά τη διάρκεια ενός κρυολογήματος ή μιας άλλης κατάστασης που προκαλεί ρινική συμφόρηση.

Η εξήγηση βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό στη στενή σχέση ανάμεσα στη γεύση και την όσφρηση.

Η γλώσσα μπορεί να ανιχνεύσει βασικές γευστικές αισθήσεις, όπως το γλυκό, το αλμυρό, το ξινό, το πικρό και το umami. Όμως μεγάλο μέρος αυτού που αντιλαμβανόμαστε ως «γεύση» ενός φαγητού προέρχεται από τις οσφρητικές πληροφορίες.

Όταν μασάμε, πτητικές ουσίες από την τροφή μετακινούνται προς τη ρινική κοιλότητα από το πίσω μέρος του στόματος. Εκεί ενεργοποιούν τους υποδοχείς της όσφρησης και ο εγκέφαλος συνδυάζει αυτές τις πληροφορίες με τα σήματα από τη γλώσσα.

Όταν η μύτη είναι βουλωμένη, η κίνηση αυτών των οσμηρών ουσιών περιορίζεται. Έτσι, το φαγητό μπορεί να φαίνεται πολύ λιγότερο αρωματικό και σύνθετο.

Αυτό εξηγεί γιατί ένα πορτοκάλι μπορεί να εξακολουθεί να γίνεται αντιληπτό ως γλυκό ή ξινό, αλλά το χαρακτηριστικό άρωμά του να μην είναι τόσο έντονο.

Καθώς η ρινική συμφόρηση υποχωρεί, η όσφρηση συνήθως βελτιώνεται και μαζί της επανέρχεται σταδιακά η πλήρης αντίληψη των γεύσεων.

Δεν σημαίνει, επομένως, ότι η γλώσσα σταματά να λειτουργεί όταν έχουμε συνάχι. Απλώς λείπει ένα σημαντικό μέρος των πληροφοριών που χρησιμοποιεί ο εγκέφαλος για να δημιουργήσει την πλήρη αίσθηση της γεύσης.

Αν όμως η απώλεια ή η σημαντική μείωση της όσφρησης ή της γεύσης επιμένει μετά την υποχώρηση της ρινικής συμφόρησης, χρειάζεται να αξιολογηθεί η αιτία.

Η σχέση μεταξύ μύτης και γεύσης είναι ένα καλό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο διαφορετικές αισθήσεις συνεργάζονται χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε στην καθημερινότητά μας.

Μοιραστείτε την ανάρτηση::