Ένα ξαφνικό αίμα από τη μύτη μπορεί να προκαλέσει ανησυχία, όμως συχνά ξεκινά από έναν πολύ μικρό τραυματισμό των αγγείων που βρίσκονται στο εσωτερικό της μύτης. Ο ξηρός αέρας μπορεί να κάνει αυτή την περιοχή πιο ευάλωτη.
Το εσωτερικό της μύτης καλύπτεται από βλεννογόνο, ο οποίος βοηθά να διατηρείται η επιφάνεια υγρή και να προστατεύονται οι ιστοί. Παράλληλα, η μύτη θερμαίνει και υγραίνει τον αέρα πριν αυτός φτάσει βαθύτερα στο αναπνευστικό σύστημα.
Όταν ο αέρας είναι πολύ ξηρός, ο βλεννογόνος χάνει περισσότερη υγρασία. Η επιφάνεια μπορεί να γίνει πιο ξηρή και να δημιουργηθούν μικρές κρούστες. Αν στη συνέχεια φυσήξουμε δυνατά τη μύτη, ξύσουμε την περιοχή ή την ερεθίσουμε με κάποιον άλλο τρόπο, μικρά επιφανειακά αγγεία μπορεί να τραυματιστούν.
Το μπροστινό τμήμα του ρινικού διαφράγματος περιέχει ένα πυκνό δίκτυο μικρών αγγείων. Για αυτό και ένας μικρός ερεθισμός μπορεί να προκαλέσει εμφανή αιμορραγία, παρότι η ποσότητα του αίματος που έχει χαθεί είναι συνήθως μικρή.
Η ξηρότητα δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας. Το έντονο φύσημα της μύτης, οι αλλεργίες, ο ερεθισμός από καπνό ή σκόνη και ορισμένες ρινικές παθήσεις μπορούν επίσης να συμβάλουν. Σε κάποιους ανθρώπους, η συχνότητα των ρινορραγιών αυξάνεται ιδιαίτερα τους ψυχρούς μήνες, όταν ο αέρας στους εσωτερικούς χώρους είναι ξηρός λόγω θέρμανσης.
Κατά τη διάρκεια μιας απλής ρινορραγίας, το άτομο συνήθως πρέπει να καθίσει όρθιο και να γείρει ελαφρά προς τα εμπρός, πιέζοντας το μαλακό μέρος της μύτης για αρκετά λεπτά. Το κεφάλι δεν πρέπει να γέρνει προς τα πίσω, επειδή το αίμα μπορεί να κατευθυνθεί προς τον λαιμό.
Οι περισσότερες μικρές ρινορραγίες σταματούν μόνες τους. Όταν όμως η αιμορραγία είναι πολύ έντονη, επιμένει, επαναλαμβάνεται συχνά ή συνυπάρχει με άλλα συμπτώματα, χρειάζεται ιατρική εκτίμηση.



