Το ανθρώπινο δέρμα δεν αντιλαμβάνεται όλα τα αγγίγματα με τον ίδιο τρόπο. Ένα ελαφρύ άγγιγμα, μια πίεση, μια δόνηση ή ένα τσίμπημα ενεργοποιούν διαφορετικούς αισθητηριακούς μηχανισμούς και το σήμα που φτάνει στον εγκέφαλο εξαρτάται τόσο από το ερέθισμα όσο και από το σημείο του σώματος.
Στην επιφάνεια του δέρματος υπάρχουν εξειδικευμένοι υποδοχείς που ανιχνεύουν μηχανικά ερεθίσματα. Όταν πιέζουμε το δέρμα, αυτοί οι υποδοχείς μετατρέπουν τη μηχανική ενέργεια σε νευρικά σήματα. Τα σήματα μεταφέρονται μέσω των νεύρων προς τον νωτιαίο μυελό και στη συνέχεια στον εγκέφαλο, όπου γίνεται η τελική επεξεργασία.
Αυτός είναι ένας από τους λόγους που το ίδιο άγγιγμα δεν γίνεται αντιληπτό με την ίδια ένταση σε ολόκληρο το σώμα. Περιοχές όπως τα δάχτυλα και τα χείλη διαθέτουν ιδιαίτερα υψηλή αισθητηριακή ακρίβεια. Ο εγκέφαλος μπορεί να ξεχωρίσει πολύ μικρές διαφορές σε ένα ερέθισμα εκεί.
Η ένταση της αίσθησης επηρεάζεται όμως και από την προσοχή. Όταν περιμένουμε ένα άγγιγμα, το παρακολουθούμε ή το θεωρούμε σημαντικό, μπορεί να το αντιλαμβανόμαστε πιο έντονα. Αντίθετα, όταν είμαστε απασχολημένοι με κάτι άλλο, ένα παρόμοιο ερέθισμα μπορεί να περάσει σχεδόν απαρατήρητο.
Ρόλο παίζει ακόμη η θερμοκρασία, η πίεση και η κατάσταση του δέρματος. Ένα ερεθισμένο ή ξηρό δέρμα μπορεί να αντιδρά διαφορετικά από ένα φυσιολογικό δέρμα.
Η αίσθηση της αφής, επομένως, δεν είναι απλώς μια πληροφορία που «μπαίνει» στο σώμα. Είναι αποτέλεσμα μιας σύνθετης διαδικασίας κατά την οποία το νευρικό σύστημα λαμβάνει δεδομένα, τα συγκρίνει με προηγούμενες εμπειρίες και αποφασίζει πόσο σημαντικό είναι το συγκεκριμένο ερέθισμα.



