Ο οργανισμός μας διαθέτει ένα εσωτερικό βιολογικό ρολόι που βοηθά να συντονίζονται ο ύπνος, η εγρήγορση, η θερμοκρασία του σώματος και διάφορες ορμονικές λειτουργίες. Όταν αλλάζουμε ξαφνικά την ώρα που κοιμόμαστε και ξυπνάμε, το ρολόι αυτό χρειάζεται χρόνο για να προσαρμοστεί.
Το φως αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα σήματα για το εσωτερικό μας ρολόι. Ο εγκέφαλος χρησιμοποιεί πληροφορίες από τα μάτια για να καταλάβει αν είναι ημέρα ή νύχτα. Το βράδυ, η μείωση του φωτός συνδέεται με την αύξηση της μελατονίνης, μιας ορμόνης που συμμετέχει στη ρύθμιση του κύκλου ύπνου και εγρήγορσης.
Αν για παράδειγμα κάποιος συνηθίζει να κοιμάται στις 11 το βράδυ και ξαφνικά αρχίσει να κοιμάται στις 3 τα ξημερώματα, το σώμα δεν αλλάζει αμέσως πρόγραμμα. Μπορεί να αισθάνεται υπνηλία σε ώρες που χρειάζεται να είναι ξύπνιος ή να δυσκολεύεται να κοιμηθεί όταν τελικά ξαπλώνει.
Η απότομη αλλαγή μπορεί επίσης να επηρεάσει τη συγκέντρωση και τη διάθεση την επόμενη ημέρα. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχουμε κοιμηθεί λιγότερες ώρες. Ακόμη και όταν η συνολική διάρκεια του ύπνου παραμένει ίδια, η χρονική στιγμή του ύπνου έχει σημασία για τον οργανισμό.
Η προσαρμογή γίνεται συνήθως ευκολότερη όταν το νέο πρόγραμμα εφαρμόζεται σταθερά. Το πρωινό φυσικό φως μπορεί να βοηθήσει το βιολογικό ρολόι να συγχρονιστεί, ενώ το έντονο φως αργά το βράδυ μπορεί να δυσκολέψει τη μετάβαση σε ώρα ύπνου.
Γι’ αυτό και μετά από μια μεγάλη αλλαγή στο καθημερινό πρόγραμμα μπορεί να χρειαστούν μερικές ημέρες μέχρι να αισθανθούμε ότι ο οργανισμός «βρήκε ξανά την ώρα του». Η σταθερότητα στις ώρες ύπνου και αφύπνισης είναι ένα από τα βασικά στοιχεία που βοηθούν στη διατήρηση ενός πιο προβλέψιμου κύκλου ύπνου.



