Ένα βράδυ με λίγο ύπνο μπορεί να μας αφήσει νυσταγμένους και ευερέθιστους την επόμενη ημέρα. Όταν, όμως, η έλλειψη ύπνου γίνεται καθημερινή συνήθεια, οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στην κούραση. Επηρεάζονται η συγκέντρωση, η διάθεση, ο μεταβολισμός και η συνολική υγεία.
Κατά τη διάρκεια του ύπνου, ο εγκέφαλος επεξεργάζεται πληροφορίες, ενισχύει ορισμένες μορφές μνήμης και ρυθμίζει λειτουργίες που σχετίζονται με τα συναισθήματα και την προσοχή. Όταν ο ύπνος είναι ανεπαρκής, μπορεί να δυσκολευόμαστε να πάρουμε αποφάσεις, να αντιδρούμε πιο αργά και να κάνουμε περισσότερα λάθη. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στην οδήγηση και σε εργασίες που απαιτούν συνεχή εγρήγορση.
Η παρατεταμένη έλλειψη ύπνου συνδέεται επίσης με μεταβολές στις ορμόνες που συμμετέχουν στη ρύθμιση της πείνας και του κορεσμού. Μπορεί να αυξηθεί η επιθυμία για ενεργειακά πυκνές τροφές και να γίνει δυσκολότερη η διατήρηση ενός σταθερού σωματικού βάρους. Παράλληλα, επηρεάζονται η ρύθμιση της γλυκόζης και η καρδιαγγειακή υγεία.
Οι περισσότεροι ενήλικες χρειάζονται συνήθως τουλάχιστον επτά ώρες ύπνου κάθε νύχτα, αν και οι ανάγκες διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο. Δεν έχει σημασία μόνο η διάρκεια, αλλά και η ποιότητα του ύπνου, καθώς και το πόσο σταθερό είναι το καθημερινό πρόγραμμα.
Για καλύτερη ξεκούραση, βοηθά να ξυπνάμε και να κοιμόμαστε περίπου τις ίδιες ώρες, να περιορίζουμε την καφεΐνη αργά μέσα στην ημέρα και να διαμορφώνουμε ένα σκοτεινό, ήσυχο και δροσερό υπνοδωμάτιο. Η έντονη δραστηριότητα και τα βαριά γεύματα ακριβώς πριν από την κατάκλιση μπορεί επίσης να δυσκολεύουν ορισμένους ανθρώπους.
Αν η αϋπνία επιμένει, η υπνηλία είναι έντονη παρά τον επαρκή χρόνο στο κρεβάτι ή ο ύπνος επηρεάζει σημαντικά την καθημερινότητα, είναι σκόπιμο να ζητηθεί ιατρική συμβουλή. Η επίμονη δυσκολία δεν πρέπει να θεωρείται αναπόφευκτη συνέπεια της σύγχρονης ζωής.



