Ένα αμήχανο σχόλιο, ένα απρόσμενο κομπλιμέντο ή μια στιγμή που βρισκόμαστε στο επίκεντρο της προσοχής μπορεί να κάνει το πρόσωπό μας να κοκκινίσει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Το φαινόμενο είναι απολύτως φυσιολογικό και αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές σωματικές αντιδράσεις που συνδέονται με την αμηχανία και τη ντροπή.
Το κοκκίνισμα προκαλείται από τη λειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος, το οποίο ελέγχει πολλές διαδικασίες του οργανισμού χωρίς να χρειάζεται να το αποφασίσουμε συνειδητά. Όταν νιώθουμε ντροπή, άγχος ή έντονη αμηχανία, ο εγκέφαλος αντιλαμβάνεται την κατάσταση ως ένα είδος κοινωνικού «συναγερμού». Το συμπαθητικό νευρικό σύστημα ενεργοποιείται και προκαλεί μια σειρά από αλλαγές στο σώμα.
Μία από αυτές είναι η διαστολή των μικρών αιμοφόρων αγγείων στο πρόσωπο. Η αυξημένη ροή αίματος κοντά στην επιφάνεια του δέρματος κάνει τα μάγουλα, τη μύτη, τα αυτιά ή ακόμη και τον λαιμό να αποκτούν πιο έντονη κόκκινη απόχρωση. Σε ανθρώπους με ανοιχτόχρωμο δέρμα η αλλαγή μπορεί να είναι ιδιαίτερα εμφανής, ενώ σε πιο σκούρες επιδερμίδες μπορεί να γίνεται αντιληπτή διαφορετικά, για παράδειγμα ως αλλαγή στη θερμοκρασία ή στην απόχρωση του δέρματος.
Το ενδιαφέρον είναι ότι το κοκκίνισμα δεν χρειάζεται να συνοδεύεται από έντονο φόβο. Αρκεί πολλές φορές η σκέψη ότι κάποιος μας παρατηρεί ή αξιολογεί. Για τον εγκέφαλο, η κοινωνική έκθεση μπορεί να προκαλέσει μια πραγματική σωματική αντίδραση, ακόμη και όταν γνωρίζουμε λογικά ότι δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος.
Παράλληλα, το κοκκίνισμα μπορεί να ενισχύσει την αμηχανία. Όταν αντιλαμβανόμαστε ότι το πρόσωπό μας έχει αλλάξει χρώμα, μπορεί να σκεφτούμε ότι και οι άλλοι το έχουν παρατηρήσει. Αυτό αυξάνει το άγχος και μπορεί να προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερη αγγειοδιαστολή, δημιουργώντας έναν προσωρινό φαύλο κύκλο.
Το φαινόμενο δεν περιορίζεται στη ντροπή. Μπορεί να εμφανιστεί έπειτα από έντονη άσκηση, ζέστη, κατανάλωση ορισμένων τροφών ή ποτών, αλλά και σε στιγμές ενθουσιασμού ή θυμού.
Το κοκκίνισμα, επομένως, αποτελεί έναν φυσικό μηχανισμό του οργανισμού και όχι κάτι που μπορούμε πάντα να ελέγξουμε. Αν και μπορεί να μας κάνει να αισθανόμαστε άβολα, είναι μια φυσιολογική αντίδραση που συνδέει άμεσα τα συναισθήματά μας με τις σωματικές λειτουργίες.



