Το ανθρώπινο σώμα διαθέτει ένα εξαιρετικά εξελιγμένο σύστημα που του επιτρέπει να αντιλαμβάνεται συνεχώς τη θέση του στον χώρο, ακόμη και όταν δεν το σκεφτόμαστε συνειδητά. Χάρη στη συνεργασία του εγκεφάλου, του έσω αυτιού, των ματιών, των μυών και των αρθρώσεων, μπορούμε να γνωρίζουμε αν στεκόμαστε όρθιοι, καθόμαστε, σκύβουμε ή είμαστε ξαπλωμένοι.
Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία έχει το αιθουσαίο σύστημα, που βρίσκεται στο εσωτερικό του αυτιού. Σε αυτό περιλαμβάνονται οι ημικύκλιοι σωλήνες και τα όργανα που ονομάζονται ωτόλιθοι. Οι τελευταίοι διαθέτουν μικροσκοπικούς κρυστάλλους, οι οποίοι μετακινούνται ανάλογα με τη θέση και την κίνηση του κεφαλιού. Με αυτόν τον τρόπο, το νευρικό σύστημα λαμβάνει πληροφορίες σχετικά με την κατεύθυνση της βαρύτητας και την επιτάχυνση του σώματος.
Παράλληλα, ο εγκέφαλος συλλέγει πληροφορίες από τα μάτια. Η εικόνα του περιβάλλοντος λειτουργεί ως ένα είδος σημείου αναφοράς, βοηθώντας μας να αντιληφθούμε αν το σώμα μας βρίσκεται σε φυσιολογική ή διαφορετική θέση. Γι’ αυτό, όταν κλείνουμε τα μάτια ή βρισκόμαστε σε απόλυτο σκοτάδι, μπορεί να αισθανθούμε προσωρινά λιγότερο σταθεροί.
Σημαντικές είναι επίσης οι πληροφορίες από τους μύες, τους τένοντες και τις αρθρώσεις. Οι αισθητήρες που βρίσκονται σε αυτά τα σημεία ενημερώνουν συνεχώς τον εγκέφαλο για τη θέση των άκρων και την ένταση των μυών. Όλες αυτές οι πληροφορίες συνδυάζονται ώστε να δημιουργηθεί μια συνολική εικόνα της στάσης του σώματος.
Ο εγκέφαλος, επομένως, δεν βασίζεται σε ένα μόνο «αισθητήριο» για να καταλάβει αν είμαστε όρθιοι ή ξαπλωμένοι. Συγκρίνει διαφορετικά σήματα και προσαρμόζει ανάλογα την ισορροπία, την κίνηση και τη μυϊκή δραστηριότητα.
Αυτό το σύστημα λειτουργεί αδιάκοπα και συνήθως χωρίς καμία συνειδητή προσπάθεια. Όταν, όμως, κάποια από τις πληροφορίες αυτές δεν συμφωνεί με τις υπόλοιπες, μπορεί να εμφανιστούν ζάλη, αστάθεια ή αποπροσανατολισμός, δείχνοντας πόσο σημαντική είναι η συνεργασία όλων αυτών των μηχανισμών.



