Μετά από έντονη σωματική δραστηριότητα, είναι συνηθισμένο να θέλουμε απλώς να σταματήσουμε και να ξεκουραστούμε. Όταν όμως η διακοπή γίνεται απότομα, το σώμα χρειάζεται λίγο χρόνο για να προσαρμοστεί στη μεγάλη αλλαγή. Η καρδιά, οι μύες, η κυκλοφορία του αίματος και η αναπνοή εξακολουθούν για λίγα λεπτά να λειτουργούν σε διαφορετικό ρυθμό από εκείνον της ξεκούρασης.
Κατά τη διάρκεια της άσκησης, η καρδιά χτυπά γρηγορότερα και περισσότερο αίμα κατευθύνεται στους μυς, ώστε να μεταφέρονται οξυγόνο και θρεπτικά συστατικά. Παράλληλα, τα αιμοφόρα αγγεία στους εργαζόμενους μυς διαστέλλονται. Αν η δραστηριότητα σταματήσει ξαφνικά, η μυϊκή «αντλία» που βοηθά το αίμα να επιστρέφει προς την καρδιά μειώνει απότομα τη δράση της.
Αυτό μπορεί προσωρινά να προκαλέσει συσσώρευση αίματος στα κάτω άκρα και μια μικρή πτώση της αρτηριακής πίεσης. Για ορισμένους ανθρώπους, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ζάλη, αδυναμία ή η αίσθηση ότι θα λιποθυμήσουν, ιδιαίτερα μετά από πολύ έντονη άσκηση ή σε υψηλές θερμοκρασίες.
Η αναπνοή επίσης δεν επανέρχεται αμέσως σε φυσιολογικούς ρυθμούς. Ακόμη και αφού σταματήσουμε να κινούμαστε, ο οργανισμός συνεχίζει να χρειάζεται περισσότερο οξυγόνο για σύντομο χρονικό διάστημα. Η καρδιακή συχνότητα και η αναπνοή μειώνονται σταδιακά, καθώς το σώμα επιστρέφει στην κατάσταση ηρεμίας.
Οι μύες μπορεί επίσης να παραμένουν κουρασμένοι και «βαρείς». Η έντονη δραστηριότητα έχει καταναλώσει ενεργειακά αποθέματα και έχει προκαλέσει μικρές μεταβολές στο εσωτερικό περιβάλλον των μυών. Η απότομη ακινησία δεν σημαίνει ότι αυτές οι διαδικασίες σταματούν αμέσως.
Για τον λόγο αυτό, μετά από έντονο τρέξιμο, ποδηλασία ή άλλη απαιτητική άσκηση, συχνά βοηθά μια σύντομη περίοδος σταδιακής αποκατάστασης. Λίγα λεπτά ήπιας κίνησης επιτρέπουν στην κυκλοφορία και την αναπνοή να επανέλθουν ομαλότερα.
Η ξαφνική διακοπή δεν είναι απαραίτητα επικίνδυνη για έναν υγιή άνθρωπο, όμως η σταδιακή επιβράδυνση είναι συνήθως πιο άνετη και βοηθά το σώμα να ολοκληρώσει ομαλά τη μετάβαση από την έντονη προσπάθεια στην ξεκούραση.



