Η ανατριχίλα συνδέεται συνήθως με το κρύο, όμως μπορεί να εμφανιστεί και σε στιγμές έντονης συγκίνησης, φόβου ή ακόμη και όταν ακούμε ένα τραγούδι που μας προκαλεί έντονα συναισθήματα.
Το φαινόμενο σχετίζεται με το αυτόνομο νευρικό σύστημα, το οποίο ρυθμίζει πολλές λειτουργίες του οργανισμού χωρίς να χρειάζεται να τις ελέγχουμε συνειδητά. Όταν ο εγκέφαλος αντιληφθεί μια έντονη κατάσταση, μπορεί να ενεργοποιήσει το συμπαθητικό νευρικό σύστημα.
Ένα από τα αποτελέσματα είναι η σύσπαση πολύ μικρών μυών που βρίσκονται στη βάση των τριχών του δέρματος. Οι μύες αυτοί ονομάζονται ανορθωτήρες των τριχών. Όταν συσπώνται, οι τρίχες σηκώνονται και το δέρμα αποκτά τη χαρακτηριστική όψη που περιγράφουμε ως «ανατριχίλα» ή «χήνειο δέρμα».
Στα ζώα αυτή η αντίδραση έχει πολύ πιο εμφανή λειτουργία. Η ανόρθωση του τριχώματος μπορεί να κάνει το ζώο να φαίνεται μεγαλύτερο σε μια απειλητική κατάσταση. Παράλληλα, σε συνθήκες κρύου, η αντίδραση μπορεί να συμβάλλει στη διατήρηση θερμότητας.
Στον άνθρωπο, που έχει πολύ λιγότερο πυκνό τρίχωμα, η συγκεκριμένη λειτουργία είναι περιορισμένη. Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος νευρολογικός μηχανισμός εξακολουθεί να υπάρχει.
Γι’ αυτό μπορούμε να ανατριχιάσουμε χωρίς να έχει πέσει η θερμοκρασία. Ένα ξαφνικό συναίσθημα, μια δυνατή μουσική, μια ανάμνηση ή ένας απρόσμενος φόβος μπορούν να ενεργοποιήσουν το ίδιο σύστημα.
Η ανατριχίλα, επομένως, δεν είναι αποκλειστικά αντίδραση στο κρύο. Είναι ένα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ο εγκέφαλος, τα νεύρα και το δέρμα συνεργάζονται και μετατρέπουν ένα ερέθισμα —σωματικό ή συναισθηματικό— σε άμεση σωματική αντίδραση.



