Το χρώμα των ματιών είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της εμφάνισής μας. Καφέ, πράσινα, μπλε ή ενδιάμεσες αποχρώσεις δημιουργούνται από έναν συνδυασμό γενετικών παραγόντων και του τρόπου με τον οποίο το φως αλληλεπιδρά με την ίριδα.
Η ίριδα είναι το χρωματιστό τμήμα του ματιού που βρίσκεται γύρω από την κόρη. Περιέχει χρωστικές ουσίες, κυρίως μελανίνη. Η ποσότητα και η κατανομή της μελανίνης επηρεάζουν σημαντικά το τελικό χρώμα.
Στα καφέ μάτια υπάρχει συνήθως μεγαλύτερη ποσότητα μελανίνης στην ίριδα. Όταν η ποσότητα είναι μικρότερη, το μάτι μπορεί να φαίνεται πράσινο, γαλάζιο ή γκρι. Ωστόσο, το χρώμα δεν εξαρτάται μόνο από το πόση μελανίνη υπάρχει, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο το φως διασκορπίζεται μέσα στους ιστούς της ίριδας.
Γι’ αυτό τα μπλε μάτια δεν έχουν απλώς «μπλε χρωστική». Η εμφάνιση του μπλε σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με τη μικρότερη ποσότητα μελανίνης και με τη διάχυση του φωτός.
Το τελικό χρώμα καθορίζεται από πολλά γονίδια και δεν ακολουθεί έναν απλό κανόνα όπου το χρώμα των ματιών προέρχεται αποκλειστικά από έναν γονέα. Αυτός είναι και ο λόγος που δύο γονείς με συγκεκριμένο χρώμα ματιών μπορούν να αποκτήσουν παιδί με διαφορετική απόχρωση.
Το χρώμα των ματιών μπορεί επίσης να φαίνεται διαφορετικό ανάλογα με τον φωτισμό, το περιβάλλον ή ακόμη και τα χρώματα που φοράμε. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αλλάζει πραγματικά η ποσότητα της χρωστικής.
Η ίριδα, επομένως, δεν λειτουργεί μόνο σαν ένα «χρωματιστό» τμήμα του ματιού. Είναι ένας πολύπλοκος ιστός που συμμετέχει και στη ρύθμιση της ποσότητας φωτός που φτάνει στο εσωτερικό του ματιού, ενώ η ιδιαίτερη δομή της δημιουργεί την εντυπωσιακή ποικιλία χρωμάτων που βλέπουμε στους ανθρώπους.



